σειστά

σειστά̱ , σειστής
earth-shaker
masc nom/voc/acc dual
σειστής
earth-shaker
masc voc sg
σειστής
earth-shaker
masc nom sg (epic)
σειστός
shaken
neut nom/voc/acc pl
σειστά̱ , σειστός
shaken
fem nom/voc/acc dual
σειστά̱ , σειστός
shaken
fem nom/voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σειστός — ή, ό / σειστός, ή, όν, ΝΜΑ [σείω] αυτός που σείεται, που κουνιέται, που ταλαντεύεται (α. «κι εκεί ψηλά που ο ίσκιος των σειστός περνά κι απλώνει», Γρυπ. β. «ὡς ὅδε γε σειστὸς ἄμα τῇ στροφῇ γίγνεται», Αριστοφ.) νεοελλ. αυτός που μπορεί να… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.